Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Enhancement
01
βελτίωση, εξέλιξη
an improvement that makes something more agreeable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
enhancements
Λεξικό Δέντρο
enhancement
enhance



























