Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
baffling
01
σαστιστικός, περίπλοκος
causing confusion or bewilderment due to being difficult to understand or explain
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most baffling
συγκριτικός βαθμός
more baffling
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
cognition, emotion, communication
Παραδείγματα
The sudden change in his attitude was completely baffling.
Η ξαφνική αλλαγή στη συμπεριφορά του ήταν εντελώς σαστιστική.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
baffling
baffle



























