Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
baffling
01
σαστιστικός, περίπλοκος
causing confusion or bewilderment due to being difficult to understand or explain
Παραδείγματα
The team's baffling defeat in the final game surprised all their supporters.
Η συγχυστική ήττα της ομάδας στον τελικό αγώνα εξέπληξε όλους τους υποστηρικτές τους.
Λεξικό Δέντρο
baffling
baffle



























