baffling
Pronunciation
/ˈbæfəɫɪŋ/, /ˈbæfɫɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "baffling"στα αγγλικά

01

σαστιστικός, περίπλοκος

causing confusion or bewilderment due to being difficult to understand or explain
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most baffling
συγκριτικός βαθμός
more baffling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team's baffling defeat in the final game surprised all their supporters.
Η συγχυστική ήττα της ομάδας στον τελικό αγώνα εξέπληξε όλους τους υποστηρικτές τους.

Λεξικό Δέντρο

baffling
baffle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store