Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eerie
01
μακάβριο, αγωνιώδες
inspiring a sense of fear or unease
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
eeriest
συγκριτικός βαθμός
eerier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The eerie silence of the abandoned house sent shivers down their spines.
Η απόκοσμη σιωπή του εγκαταλελειμμένου σπιτιού τους έκανε να τρέμουν.
02
μακάβριος, ανήσυχος
feeling frightened or unsettled
Παραδείγματα
The child grew eerie at the sound of footsteps in the dark.
Το παιδί έγινε απόκοσμο με τον ήχο των βημάτων στο σκοτάδι.



























