eccentric
Pronunciation
/ɪkˈsɛntrɪk/

Ορισμός και σημασία του "eccentric"στα αγγλικά

01

εκκεντρικός, πρωτότυπος

slightly strange in behavior, appearance, or ideas
eccentric definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most eccentric
συγκριτικός βαθμός
more eccentric
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The eccentric professor often held class in the park.
Ο εκκεντρικός καθηγητής συχνά έκανε μάθημα στο πάρκο.
02

εκκεντρικός, εκτός κέντρου

not sharing the same center; positioned off‑center or not concentric
Παραδείγματα
The eccentric placement of the hole weakened the structure.
Η εκκεντρική τοποθέτηση της τρύπας αποδυνάμωσε τη δομή.
01

ένας εκκεντρικός, ένας παράξενος

a person whose personality or behavior is noticeably unusual or odd
eccentric definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
eccentrics
Παραδείγματα
The artist was an eccentric who painted only at night.
Ο καλλιτέχνης ήταν ένας εκκεντρικός που ζωγράφιζε μόνο τη νύχτα.
02

εκκεντροφόρος, μηχανισμός εκκεντροφόρου

a device with an off‑center disk converting rotary motion into reciprocating motion
Παραδείγματα
The mechanic adjusted the eccentric to improve performance.
Ο μηχανικός ρύθμισε τον εκκεντροφόρο για να βελτιώσει την απόδοση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store