Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eccentric
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most eccentric
συγκριτικός βαθμός
more eccentric
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her eccentric fashion choices always turn heads.
Οι εκκεντρικές επιλογές μόδας της τραβούν πάντα τα βλέμματα.
02
εκκεντρικός, εκτός κέντρου
not sharing the same center; positioned off‑center or not concentric
Παραδείγματα
The gears were misaligned due to an eccentric shaft.
Τα γρανάζια ήταν ανορθόδοξα λόγω ενός εκκεντρικού άξονα.
Eccentric
01
ένας εκκεντρικός, ένας παράξενος
a person whose personality or behavior is noticeably unusual or odd
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
eccentrics
Παραδείγματα
The village eccentric wore a cape and top hat year‑round.
Ο εκκεντρικός του χωριού φορούσε μανδύα και ψηλό πίλοο όλο το χρόνο.
02
εκκεντροφόρος, μηχανισμός εκκεντροφόρου
a device with an off‑center disk converting rotary motion into reciprocating motion
Παραδείγματα
The steam engine's valve was driven by an eccentric.
Η βαλβίδα της ατμομηχανής κινούνταν από έναν εκκεντροφόρο.
Λεξικό Δέντρο
eccentric
eccentr



























