ecclesiastic
ecc
ɪk
ik
le
ˌli:
li
sias
ˈzɪæs
ziās
tic
tɪk
tik
periphrasticiconoclasticparaphrasticenthusiastic

Ορισμός και σημασία του "ecclesiastic"στα αγγλικά

01

εκκλησιαστικός, ιερέας

a male priest, religious leader, or minister; especially a Christian one 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
ecclesiastics
αρσενικό ενικό
ecclesiastic
neutral form
clergyperson
Παραδείγματα
He met with an ecclesiastic to discuss the church's upcoming events. 

Συνάντησε έναν εκκλησιαστικό για να συζητήσει τα επερχόμενα γεγονότα της εκκλησίας.

ecclesiastic
01

εκκλησιαστικός, θρησκευτικός

of or associated with a church (especially a Christian Church) 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
religion, institutions

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ecclesiastical
ecclesiasticism
ecclesiastic
ecclesiast
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store