Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to duplicate
01
αντιγράφω, διπλασιάζω
to create an identical copy or copies of something
Transitive: to duplicate sth
Παραδείγματα
The office assistant duplicated the important documents for distribution.
Ο βοηθός γραφείου αντιγράφει τα σημαντικά έγγραφα για διανομή.
02
αντιγράφω, επαναλαμβάνω
to repeat an action or task that has already been completed
Transitive: to duplicate an action or activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
duplicate
γ΄ ενικό πρόσωπο
duplicates
ενεστώτα μετοχή
duplicating
απλός αόριστος
duplicated
παθητική μετοχή
duplicated
Παραδείγματα
The manager told her not to duplicate the report since it had already been submitted.
Ο διαχειριστής της είπε να μην αντιγράψει την αναφορά αφού είχε ήδη υποβληθεί.
03
διπλασιάζω, αντιγράφω
to make something twice as large or double its quantity
Transitive: to duplicate a quantity or amount
Παραδείγματα
The company plans to duplicate its sales figures from last year.
Η εταιρεία σχεδιάζει να διπλασιάσει τα νούμερα πωλήσεων της από το περασμένο έτος.
04
αντιγράφω, διπλασιάζω
to create something that matches or is equal to something else
Transitive: to duplicate sth
Παραδείγματα
The chef tried to duplicate the recipe to match the flavors from the original dish.
Ο σεφ προσπάθησε να αντιγράψει τη συνταγή για να ταιριάξει με τις γεύσεις από το αρχικό πιάτο.
Duplicate
01
αντίγραφο, ακριβές αντίγραφο
a copy that corresponds to an original exactly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
duplicates
Παραδείγματα
She accidentally made a duplicate of the report and had to discard the extra copy.
Εκ παραδρομής έκανε ένα αντίγραφο της αναφοράς και έπρεπε να απορρίψει το επιπλέον αντίγραφο.
duplicate
01
αντιγραφή, πανομοιότυπο
being two identical
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most duplicate
συγκριτικός βαθμός
more duplicate
διαβαθμίσιμο
02
αντιγραφή, πανομοιότυπος
identically copied from an original
Λεξικό Δέντρο
duplication
duplicator
reduplicate
duplicate
duplic



























