to duplicate
dup
ˈdju:p
dyoop
li
li
cate
keɪt
keit

Ορισμός και σημασία του "duplicate"στα αγγλικά

to duplicate
01

αντιγράφω, διπλασιάζω

to create an identical copy or copies of something 
Transitive: to duplicate sth
to duplicate definition and meaning
Παραδείγματα
The office assistant duplicated the important documents for distribution. 

Ο βοηθός γραφείου αντιγράφει τα σημαντικά έγγραφα για διανομή.

02

αντιγράφω, επαναλαμβάνω

to repeat an action or task that has already been completed 
Transitive: to duplicate an action or activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
duplicate
γ΄ ενικό πρόσωπο
duplicates
ενεστώτα μετοχή
duplicating
απλός αόριστος
duplicated
παθητική μετοχή
duplicated
Παραδείγματα
The manager told her not to duplicate the report since it had already been submitted. 

Ο διαχειριστής της είπε να μην αντιγράψει την αναφορά αφού είχε ήδη υποβληθεί.

03

διπλασιάζω, αντιγράφω

to make something twice as large or double its quantity 
Transitive: to duplicate a quantity or amount
Παραδείγματα
The company plans to duplicate its sales figures from last year. 

Η εταιρεία σχεδιάζει να διπλασιάσει τα νούμερα πωλήσεων της από το περασμένο έτος.

04

αντιγράφω, διπλασιάζω

to create something that matches or is equal to something else 
Transitive: to duplicate sth
Παραδείγματα
The chef tried to duplicate the recipe to match the flavors from the original dish. 

Ο σεφ προσπάθησε να αντιγράψει τη συνταγή για να ταιριάξει με τις γεύσεις από το αρχικό πιάτο.

01

αντίγραφο, ακριβές αντίγραφο

a copy that corresponds to an original exactly 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
duplicates
02

αντίγραφο, αντίτυπο

an extra copy or version of something 
Παραδείγματα
She accidentally made a duplicate of the report and had to discard the extra copy. 

Εκ παραδρομής έκανε ένα αντίγραφο της αναφοράς και έπρεπε να απορρίψει το επιπλέον αντίγραφο.

01

αντιγραφή, πανομοιότυπο

being two identical 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most duplicate
συγκριτικός βαθμός
more duplicate
διαβαθμίσιμο
02

αντιγραφή, πανομοιότυπος

identically copied from an original 

Λεξικό Δέντρο

duplication
duplicator
reduplicate
duplicate
duplic
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store