duomo
duo
ˈdu:oʊ
dooow
mo
moʊ
mow
/djuːˈə‍ʊmə‍ʊ/

Ορισμός και σημασία του "duomo"στα αγγλικά

01

καθεδρικός ναός

the principal Christian church building of a bishop's diocese
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
duomos
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store