duomo
duo
ˈdwəʊ
dvew
mo
məʊ
mew

Ορισμός και σημασία του "duomo"στα αγγλικά

01

καθεδρικός ναός

the principal Christian church building of a bishop's diocese 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
duomos

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store