Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drown
01
πνίγω, πνίγομαι
to be immersed or covered by a liquid
Intransitive: to drown in sth
Παραδείγματα
As the rain poured down, the streets became flooded, and cars drowned in the rising water.
Καθώς η βροχή έπεφτε καταρρακτωδώς, οι δρόμοι πλημμύρισαν και τα αυτοκίνητα βούλιαξαν στο ανερχόμενο νερό.
02
πνίγομαι, πεθαίνω από πνιγμό
to die from being under water too long
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
drown
γ΄ ενικό πρόσωπο
drowns
ενεστώτα μετοχή
drowning
απλός αόριστος
drowned
παθητική μετοχή
drowned
Παραδείγματα
Despite efforts to rescue him, the swimmer tragically drowned in the river.
Παρά τις προσπάθειες να τον σώσουν, ο κολυμβητής τραγικά πνίγηκε στο ποτάμι.
03
πνίγω, καταπνίγω
to overpower, suppress, or overwhelm something
Transitive: to drown sth
Παραδείγματα
Her enthusiasm for the project was so infectious that it managed to drown any doubts the team had.
Ο ενθουσιασμός της για το έργο ήταν τόσο μεταδοτικός που κατάφερε να καταπνίξει οποιεσδήποτε αμφιβολίες είχε η ομάδα.
04
πνίγω, βυθίζω
to cause someone to die by submerging them in water
Transitive: to drown sb
Παραδείγματα
The villain attempted to drown his victim by holding their head underwater.
Ο κακοποιός προσπάθησε να πνίξει το θύμα του κρατώντας το κεφάλι του κάτω από το νερό.
Λεξικό Δέντρο
drowning
drown



























