Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Drought
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
droughts
Παραδείγματα
The city imposed water restrictions because of the drought.
Η πόλη επέβαλε περιορισμούς στο νερό λόγω της ξηρασίας.
02
ξηρασία, παρατεταμένη έλλειψη
a prolonged shortage



























