drought
Pronunciation
/draʊt/

Ορισμός και σημασία του "drought"στα αγγλικά

01

ξηρασία, έλλειψη νερού

a long period of time when there is not much raining
drought definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
droughts
Παραδείγματα
The severe drought affected both human and animal populations.
Η σοβαρή ξηρασία επηρέασε τόσο τον ανθρώπινο όσο και τον ζωικό πληθυσμό.
02

ξηρασία, παρατεταμένη έλλειψη

a prolonged shortage
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store