drought
drought
draʊt
drawt
draught

Ορισμός και σημασία του "drought"στα αγγλικά

01

ξηρασία, έλλειψη νερού

a long period of time when there is not much raining 
drought definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
droughts
Παραδείγματα
The city imposed water restrictions because of the drought. 

Η πόλη επέβαλε περιορισμούς στο νερό λόγω της ξηρασίας.

02

ξηρασία, παρατεταμένη έλλειψη

a prolonged shortage 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store