Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dreadful
01
φρικτός, απαίσιος
very bad, often causing one to feel angry or annoyed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dreadful
συγκριτικός βαθμός
more dreadful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The weather was dreadful, with heavy rain and strong winds that ruined our plans.
Ο καιρός ήταν φρικτός, με ισχυρή βροχή και δυνατούς ανέμους που κατέστρεψαν τα σχέδιά μας.
Παραδείγματα
The dreadful sound of footsteps echoing in the empty hallway sent shivers down her spine.
Ο τρομακτικός ήχος των βημάτων που αντηχούσε στον άδειο διάδρομο της έκανε να τρέμει.
Παραδείγματα
The company made a dreadful error in its financial calculations, leading to significant losses.
Η εταιρεία έκανε ένα τρομερό λάθος στους οικονομικούς υπολογισμούς της, οδηγώντας σε σημαντικές απώλειες.
Λεξικό Δέντρο
dreadfully
dreadfulness
dreadful
dread



























