distinct
Pronunciation
/dɪˈstɪŋkt/

Ορισμός και σημασία του "distinct"στα αγγλικά

01

διακριτός, διαφορετικός

separate and different in a way that is easily recognized
distinct definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most distinct
συγκριτικός βαθμός
more distinct
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company 's logo has a distinct design, making it instantly recognizable.
Το λογότυπο της εταιρείας έχει ένα ξεχωριστό σχέδιο, κάνοντάς το άμεσα αναγνωρίσιμο.
02

ξεχωριστός, σαφής

easily noticeable or perceived by senses
Παραδείγματα
The architecture of the building is distinct from the modern designs surrounding it.
Η αρχιτεκτονική του κτιρίου διαφέρει από τα μοντέρνα σχέδια που το περιβάλλουν.
03

διακριτός, χωριστός

constituting a separate entity or part
04

ξεχωριστός, σαφώς καθορισμένος

clearly or sharply defined to the mind
05

ξεχωριστός, αναγνωρίσιμος

recognizable; marked

Λεξικό Δέντρο

distinctly
distinctness
indistinct
distinct
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store