Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
distantly
Παραδείγματα
He heard the dog barking distantly, but could n't see it.
Άκουσε τον σκύλο να γαβγίζει από μακριά, αλλά δεν μπορούσε να τον δει.
02
απομακρυσμένα, με απόσταση
in a manner that is not intimate, related, or near
Παραδείγματα
The cousins are distantly related but have n't seen each other in years.
Οι ξαδέλφοι είναι μακρινά συγγενείς αλλά δεν έχουν δει ο ένας τον άλλον για χρόνια.
03
αποστασιοποιημένα, ψυχρά
in an aloof or detached manner
Παραδείγματα
His response was distantly polite, but clearly uninterested in continuing the conversation.
Η απάντησή του ήταν ευγενικά αποστασιοποιημένη, αλλά σαφώς αδιάφορη για να συνεχιστεί η συζήτηση.



























