Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Distaste
01
απέχθεια, σιχαμάρα
a feeling of dislike toward something or someone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
distastes
Παραδείγματα
He looked at the messy room with obvious distaste, not wanting to clean it up.
Κοίταξε το ακατάστατο δωμάτιο με εμφανή απέχθεια, χωρίς να θέλει να το καθαρίσει.



























