Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dissymmetry
01
δυσμετρία
(mathematics) a lack of symmetry
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dissymmetries
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dissymmetry
symmetry



























