Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dissuade
01
αποτρέπω, αποθαρρύνω
to make someone not to do something
Ditransitive: to dissuade sb from sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dissuade
γ΄ ενικό πρόσωπο
dissuades
ενεστώτα μετοχή
dissuading
απλός αόριστος
dissuaded
παθητική μετοχή
dissuaded
Παραδείγματα
I dissuaded him from making a hasty decision.
Τον απέτρεψα από το να πάρει μια βιαστική απόφαση.
Λεξικό Δέντρο
dissuasive
dissuade



























