disruption
dis
dɪs
dis
rup
ˈrʌp
rap
tion
ʃən
shēn
eruptioninterruption

Ορισμός και σημασία του "disruption"στα αγγλικά

01

διακοπή, διατάραξη

an action that causes a delay or interruption in the ongoing continuity of an activity or process 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
disruptions
Παραδείγματα
The power outage caused a major disruption in our work schedule. 

Η διακοπή ρεύματος προκάλεσε μια μεγάλη διακοπή στο πρόγραμμα εργασίας μας.

02

διατάραξη, αποδιοργάνωση

the act of causing disorder 
03

διακοπή, διαταραχή

an event that results in a displacement or discontinuity 
04

διατάραξη, αταξία

a disorderly outburst or tumult 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store