Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disruption
01
διακοπή, διατάραξη
an action that causes a delay or interruption in the ongoing continuity of an activity or process
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
disruptions
Παραδείγματα
The power outage caused a major disruption in our work schedule.
Η διακοπή ρεύματος προκάλεσε μια μεγάλη διακοπή στο πρόγραμμα εργασίας μας.
02
διατάραξη, αποδιοργάνωση
the act of causing disorder
03
διακοπή, διαταραχή
an event that results in a displacement or discontinuity
04
διατάραξη, αταξία
a disorderly outburst or tumult
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
disruption
disrupt



























