Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disrupt
01
διακόπτω, διαταράσσω
to stop the normal flow of something, often temporarily
Transitive: to disrupt a process
Παραδείγματα
The unexpected phone call disrupted her concentration on the task at hand.
Το απρόσμενο τηλεφώνημα διέκοψε τη συγκέντρωσή της στην εργασία που είχε στα χέρια της.
02
διαταράσσω, καταστρέφω
to cause something to break apart or come undone
Transitive: to disrupt sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disrupt
γ΄ ενικό πρόσωπο
disrupts
ενεστώτα μετοχή
disrupting
απλός αόριστος
disrupted
παθητική μετοχή
disrupted
Παραδείγματα
The force of the collision disrupted the fragile glass, causing it to break apart.
Η δύναμη της σύγκρουσης διέκοψε το εύθραυστο γυαλί, προκαλώντας τη θραύση του.
03
διαταράσσω, διακόπτω
to cause disorder or disturbance in something that was previously orderly or calm
Transitive: to disrupt sth
Παραδείγματα
The storm disrupted power supply to the entire neighborhood.
Η καταιγίδα διέκοψε την παροχή ρεύματος σε όλη τη γειτονιά.
Λεξικό Δέντρο
disrupted
disruption
disruptive
disrupt



























