Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disruptive
01
διαταρακτικός, καταστροφικός
interrupting or disturbing the normal flow or function of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disruptive
συγκριτικός βαθμός
more disruptive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His disruptive comments during the meeting derailed the discussion.
Τα αποδιοργανωτικά σχόλιά του κατά τη διάρκεια της συνάντησης παρέκλιναν τη συζήτηση.
Λεξικό Δέντρο
disruptively
disruptive
disrupt



























