Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disrobe
01
γδύνω, απογυμνώνω
to remove one's clothing
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disrobe
γ΄ ενικό πρόσωπο
disrobes
ενεστώτα μετοχή
disrobing
απλός αόριστος
disrobed
παθητική μετοχή
disrobed
Παραδείγματα
Ceremonial rituals often involve participants disrobing as a symbolic gesture.
Οι τελετουργικές τελετές συχνά περιλαμβάνουν τους συμμετέχοντες να γδύνονται ως συμβολική χειρονομία.
Λεξικό Δέντρο
disrobe
robe



























