Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disrobe
01
γδύνω, απογυμνώνω
to remove one's clothing
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disrobe
γ΄ ενικό πρόσωπο
disrobes
ενεστώτα μετοχή
disrobing
απλός αόριστος
disrobed
παθητική μετοχή
disrobed
Παραδείγματα
Before entering the sauna, guests were instructed to disrobe and use provided towels.
Πριν μπουν στο σάουνα, οι επισκέπτες κλήθηκαν να απογυμνωθούν και να χρησιμοποιήσουν τις παρεχόμενες πετσέτες.
Λεξικό Δέντρο
disrobe
robe



























