Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disruptive
01
διαταρακτικός, καταστροφικός
interrupting or disturbing the normal flow or function of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disruptive
συγκριτικός βαθμός
more disruptive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her disruptive behavior in class prevented others from learning.
Η διαταρακτική συμπεριφορά της στην τάξη εμπόδισε τους άλλους να μάθουν.
Λεξικό Δέντρο
disruptively
disruptive
disrupt



























