disruptive
dis
dɪs
dis
rup
ˈrʌp
rap
tive
tɪv
tiv
corruptiveeruptive

Ορισμός και σημασία του "disruptive"στα αγγλικά

disruptive
01

διαταρακτικός, καταστροφικός

interrupting or disturbing the normal flow or function of something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disruptive
συγκριτικός βαθμός
more disruptive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her disruptive behavior in class prevented others from learning. 

Η διαταρακτική συμπεριφορά της στην τάξη εμπόδισε τους άλλους να μάθουν.

Λεξικό Δέντρο

disruptively
disruptive
disrupt
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store