Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disrupt
01
διακόπτω, διαταράσσω
to stop the normal flow of something, often temporarily
Transitive: to disrupt a process
Παραδείγματα
The unexpected power outage disrupted the entire office.
Το απροσδόκητο κύμα διακοπής ρεύματος διέκοψε ολόκληρο το γραφείο.
02
διαταράσσω, καταστρέφω
to cause something to break apart or come undone
Transitive: to disrupt sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disrupt
γ΄ ενικό πρόσωπο
disrupts
ενεστώτα μετοχή
disrupting
απλός αόριστος
disrupted
παθητική μετοχή
disrupted
Παραδείγματα
The strong winds disrupted the tree, causing it to rupture and fall.
Οι δυνατοί άνεμοι διέκοψαν το δέντρο, προκαλώντας το να σπάσει και να πέσει.
03
διαταράσσω, διακόπτω
to cause disorder or disturbance in something that was previously orderly or calm
Transitive: to disrupt sth
Παραδείγματα
The loud noise from the construction site disrupted their afternoon nap.
Ο δυνατός θόρυβος από το εργοτάξιο διέκοψε το μεσημεριανό τους υπνάκο.
Λεξικό Δέντρο
disrupted
disruption
disruptive
disrupt



























