Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disruption
01
διακοπή, διατάραξη
an action that causes a delay or interruption in the ongoing continuity of an activity or process
Παραδείγματα
The software update resulted in a temporary disruption of service.
Η ενημέρωση του λογισμικού είχε ως αποτέλεσμα μια προσωρινή διακοπή της υπηρεσίας.
02
διατάραξη, αποδιοργάνωση
the act of causing disorder
03
διακοπή, διαταραχή
an event that results in a displacement or discontinuity
04
διατάραξη, αταξία
a disorderly outburst or tumult
Λεξικό Δέντρο
disruption
disrupt



























