Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disrespectful
01
ασεβής, αγενής
behaving or talking in a way that is inconsiderate or offensive to a person or thing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disrespectful
συγκριτικός βαθμός
more disrespectful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His disrespectful behavior towards his parents embarrassed his family.
Η ασεβής συμπεριφορά του απέναντι στους γονείς του ντρόπιασε την οικογένειά του.
Λεξικό Δέντρο
disrespectful
respectful
respect



























