Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disregard
01
αγνοώ, παραβλέπω
to intentionally ignore or act without concern for something or someone that deserves consideration
Transitive: to disregard sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disregard
γ΄ ενικό πρόσωπο
disregards
ενεστώτα μετοχή
disregarding
απλός αόριστος
disregarded
παθητική μετοχή
disregarded
Παραδείγματα
The boss disregarded safety protocols and put workers at risk.
Το αφεντικό αγνόησε τα πρωτόκολλα ασφαλείας και έθεσε τους εργαζόμενους σε κίνδυνο.
02
αγνοώ, περιφρονώ
to ignore or treat someone or something with lack of respect
Transitive: to disregard sth
Παραδείγματα
She felt slighted when they disregarded her contributions during the meeting.
Αισθάνθηκε υποτιμημένη όταν αγνόησαν τις συνεισφορές της κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
Disregard
01
αδιαφορία, παράβλεψη
willful lack of care and attention
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
disregards
02
αμέλεια, απροσεξία
lack of attention and due care
Λεξικό Δέντρο
disregarded
disregard
regard



























