Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disquiet
01
ανησυχία, δυσφορία
the trait of seeming ill at ease
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
ανησυχία, αγωνία
a feeling of mild anxiety about possible developments
to disquiet
01
αναστατώνω, ταράσσω
to cause someone to feel mentally uneasy, worried, or disturbed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disquiet
γ΄ ενικό πρόσωπο
disquiets
ενεστώτα μετοχή
disquieting
απλός αόριστος
disquieted
παθητική μετοχή
disquieted
Παραδείγματα
The looming deadline was disquieting the employee.
Ο επικείμενος προθεσμία ανησυχούσε τον υπάλληλο.
Λεξικό Δέντρο
disquiet
quiet



























