disquiet
dis
dɪs
dis
quiet
ˈkwaɪət
kvaiet
unquietquietguyotriot

Ορισμός και σημασία του "disquiet"στα αγγλικά

01

ανησυχία, δυσφορία

the trait of seeming ill at ease 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

ανησυχία, αγωνία

a feeling of mild anxiety about possible developments 
to disquiet
01

αναστατώνω, ταράσσω

to cause someone to feel mentally uneasy, worried, or disturbed 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disquiet
γ΄ ενικό πρόσωπο
disquiets
ενεστώτα μετοχή
disquieting
απλός αόριστος
disquieted
παθητική μετοχή
disquieted
Παραδείγματα
The unexplained noises in the night disquieted the family. 

Οι ανεξήγητοι θόρυβοι τη νύχτα ανησύχησαν την οικογένεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store