Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dispiriting
01
αποθαρρυντικός, αποκαρδιωτικός
causing a loss of hope or enthusiasm and bringing discouragement or disappointment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dispiriting
συγκριτικός βαθμός
more dispiriting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dispiriting feedback from the harsh critique made the artist question their creative abilities.
Η αποθαρρυντική ανατροφοδότηση της σκληρής κριτικής έκανε τον καλλιτέχνη να αμφισβητήσει τις δημιουργικές του ικανότητες.
Λεξικό Δέντρο
dispiriting
dispirit



























