Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dispirited
01
αποθαρρυμένος, κατεβαλμένος
feeling down, discouraged, or lacking enthusiasm
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dispirited
συγκριτικός βαθμός
more dispirited
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite the cheerful surroundings, he remained dispirited by the ongoing challenges.
Παρά την χαρούμενη ατμόσφαιρα, παρέμεινε αποθαρρυμένος λόγω των συνεχόμενων προκλήσεων.
02
αποθαρρυμένος, θλιμμένος
marked by low spirits; showing no enthusiasm
Λεξικό Δέντρο
dispiritedly
dispiritedness
dispirited
dispirit



























