Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dispersed
01
διασκορπισμένος, σκορπισμένος
not concentrated in one place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dispersed
συγκριτικός βαθμός
more dispersed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The crowd dispersed quickly after the concert ended.
Το πλήθος διασκορπίστηκε γρήγορα μετά το τέλος της συναυλίας.
Λεξικό Δέντρο
dispersed
disperse



























