dismayed
dis
dɪs
ντισ
mayed
ˈmeɪd
μειντ
/dɪsmˈe‍ɪd/

Ορισμός και σημασία του "dismayed"στα αγγλικά

01

συγχυσμένος, απογοητευμένος

deeply troubled or baffled, often as a result of an unexpected or unfavorable event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dismayed
συγκριτικός βαθμός
more dismayed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The investors were dismayed as they watched the stock prices plummet unexpectedly.
Οι επενδυτές ήταν συγκλονισμένοι καθώς παρακολουθούσαν τις τιμές των μετοχών να πέφτουν απροσδόκητα.

Λεξικό Δέντρο

undismayed
dismayed
dismay
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store