dismally
dis
ˈdɪz
diz
ma
lly
li
li
distally

Ορισμός και σημασία του "dismally"στα αγγλικά

01

μελαγχολικά, απελπισμένα

in a gloomy, depressing, or hopeless manner 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The sky was dismally gray, reflecting the mood of the day. 

Ο ουρανός ήταν θλιμμένα γκρι, αντικατοπτρίζοντας τη διάθεση της ημέρας.

02

θλιβερά, απογοητευτικά

in a very poor, ineffective, or disappointing manner 
ανεπίσημο
Παραδείγματα
The team performed dismally in the final round. 

Η ομάδα αγωνίστηκε άθλια στον τελικό γύρο.

Λεξικό Δέντρο

dismally
dismal
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store