Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disaffection
01
δυσαρέσκεια, αποξένωση
a sense of discontent, particularly towards a governing system
Παραδείγματα
The teacher ’s disaffection with the administration's policies led to her resignation.
Η δυσαρέσκεια της δασκάλας με τις πολιτικές της διοίκησης οδήγησε σε παραίτησή της.
Λεξικό Δέντρο
disaffection
affection
affect



























