Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disadvantage
01
μειονέκτημα, εμπόδιο
a situation that has fewer or no benefits over another, which makes succeeding difficult
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
disadvantages
Παραδείγματα
Growing up in a remote village put him at a disadvantage compared to his peers in the city.
Η ανατροφή σε ένα απομακρυσμένο χωριό τον έβαλε σε μειονεκτική θέση σε σύγκριση με τους συνομηλίκους του στην πόλη.
to disadvantage
01
μειώνω τα πλεονεκτήματα, βλάπτω
to reduce someone or something's chance of success compared to that of other people or things
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disadvantage
γ΄ ενικό πρόσωπο
disadvantages
ενεστώτα μετοχή
disadvantaging
απλός αόριστος
disadvantaged
παθητική μετοχή
disadvantaged
Παραδείγματα
The new policy might disadvantage smaller businesses compared to larger corporations.
Η νέα πολιτική μπορεί να θέσει σε μειονεκτική θέση τις μικρές επιχειρήσεις σε σύγκριση με τις μεγάλες εταιρείες.
Λεξικό Δέντρο
disadvantage
advantage



























