Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disadvantage
01
μειονέκτημα, εμπόδιο
a situation that has fewer or no benefits over another, which makes succeeding difficult
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
disadvantages
Παραδείγματα
The company 's small budget placed it at a disadvantage in the competitive market.
Ο μικρός προϋπολογισμός της εταιρείας την έβαλε σε μειονεκτική θέση στην ανταγωνιστική αγορά.
to disadvantage
01
μειώνω τα πλεονεκτήματα, βλάπτω
to reduce someone or something's chance of success compared to that of other people or things
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disadvantage
γ΄ ενικό πρόσωπο
disadvantages
ενεστώτα μετοχή
disadvantaging
απλός αόριστος
disadvantaged
παθητική μετοχή
disadvantaged
Παραδείγματα
Starting the project without proper funding will disadvantage the entire team.
Η έναρξη του έργου χωρίς την κατάλληλη χρηματοδότηση θα θέσει σε μειονεκτική θέση ολόκληρη την ομάδα.
Λεξικό Δέντρο
disadvantage
advantage



























