disadvantage
dis
ˌdɪs
ντισ
ad
əd
αντ
van
ˈvæn
βαιν
tage
tɪʤ
τιτζ
/ˌdɪsədˈvɑːntɪʤ/

Ορισμός και σημασία του "disadvantage"στα αγγλικά

01

μειονέκτημα, εμπόδιο

a situation that has fewer or no benefits over another, which makes succeeding difficult
disadvantage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
disadvantages
Παραδείγματα
The company 's small budget placed it at a disadvantage in the competitive market.
Ο μικρός προϋπολογισμός της εταιρείας την έβαλε σε μειονεκτική θέση στην ανταγωνιστική αγορά.
to disadvantage
01

μειώνω τα πλεονεκτήματα, βλάπτω

to reduce someone or something's chance of success compared to that of other people or things
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disadvantage
γ΄ ενικό πρόσωπο
disadvantages
ενεστώτα μετοχή
disadvantaging
απλός αόριστος
disadvantaged
παθητική μετοχή
disadvantaged
Παραδείγματα
Starting the project without proper funding will disadvantage the entire team.
Η έναρξη του έργου χωρίς την κατάλληλη χρηματοδότηση θα θέσει σε μειονεκτική θέση ολόκληρη την ομάδα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store