Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dimple
01
λακκάκι, μικρό λακκάκι
a small hollow place in the flesh, especially one that forms in the cheeks when one smiles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dimples
02
λακκάκι, βαθούλωμα
any slight depression in a surface
03
τρυπημένο chad, βαθουλωμένο chad
a chad that has been punched or dimpled but all four corners are still attached
to dimple
01
δημιουργώ λακκούβες όταν χαμογελάω, προκαλώ λακκούβες όταν χαμογελάω
produce dimples while smiling
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dimple
γ΄ ενικό πρόσωπο
dimples
ενεστώτα μετοχή
dimpling
απλός αόριστος
dimpled
παθητική μετοχή
dimpled
02
δημιουργώ λακκούβες, σημειώνω με λακκούβες
mark with, or as if with, dimples



























