dimple
dim
ˈdɪm
ντιμ
ple
pəl
παλ
/dˈɪmpə‍l/

Ορισμός και σημασία του "dimple"στα αγγλικά

01

λακκάκι, μικρό λακκάκι

a small hollow place in the flesh, especially one that forms in the cheeks when one smiles
dimple definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dimples
02

λακκάκι, βαθούλωμα

any slight depression in a surface
03

τρυπημένο chad, βαθουλωμένο chad

a chad that has been punched or dimpled but all four corners are still attached
to dimple
01

δημιουργώ λακκούβες όταν χαμογελάω, προκαλώ λακκούβες όταν χαμογελάω

produce dimples while smiling
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dimple
γ΄ ενικό πρόσωπο
dimples
ενεστώτα μετοχή
dimpling
απλός αόριστος
dimpled
παθητική μετοχή
dimpled
02

δημιουργώ λακκούβες, σημειώνω με λακκούβες

mark with, or as if with, dimples
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store