Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
destructive
01
καταστροφικός, ολέθριος
causing a lot of damage or harm
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most destructive
συγκριτικός βαθμός
more destructive
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
damage, harm, impact
Παραδείγματα
The destructive hurricane left a trail of devastation in its wake.
Ο καταστροφικός τυφώνας άφησε ένα ίχνος καταστροφής στο πέρασμά του.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
destructively
destructiveness
destructive
destruct
destroy



























