despoil
de
di:
ντη
spoil
spɔɪl
σποϊλ
/dɪspˈɔ‍ɪl/

Ορισμός και σημασία του "despoil"στα αγγλικά

to despoil
01

λεηλατώ, απογυμνώνω

to take valuables by force
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
despoil
γ΄ ενικό πρόσωπο
despoils
ενεστώτα μετοχή
despoiling
απλός αόριστος
despoiled
παθητική μετοχή
despoiled
Παραδείγματα
The castle was despoiled by looters during the rebellion.
Το κάστρο λεηλατήθηκε από λεηλάτες κατά την εξέγερση.
02

λεηλατώ, καταστρέφω

to destroy or severely damage something
Παραδείγματα
Urban expansion despoiled the natural landscape.
Η αστική επέκταση λεηλάτησε το φυσικό τοπίο.

Λεξικό Δέντρο

despoilment
despoil
spoil
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store