to despoil
de
di:
di
spoil
spɔɪl
spoyl
embroilrecoiluncoilassoil

Ορισμός και σημασία του "despoil"στα αγγλικά

to despoil
01

λεηλατώ, απογυμνώνω

to take valuables by force 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
despoil
γ΄ ενικό πρόσωπο
despoils
ενεστώτα μετοχή
despoiling
απλός αόριστος
despoiled
παθητική μετοχή
despoiled
Παραδείγματα
The invading army despoiled the village of all its treasures. 

Ο εισβολικός στρατός λεηλάτησε το χωριό από όλους τους θησαυρούς του.

02

λεηλατώ, καταστρέφω

to destroy or severely damage something 
Παραδείγματα
The hurricane despoiled the coastline, leaving homes in ruins. 

Ο τυφώνας κατέστρεψε την ακτογραμμή, αφήνοντας τα σπίτια σε ερείπια.

Λεξικό Δέντρο

despoilment
despoil
spoil
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store