Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to despoil
01
λεηλατώ, απογυμνώνω
to take valuables by force
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
despoil
γ΄ ενικό πρόσωπο
despoils
ενεστώτα μετοχή
despoiling
απλός αόριστος
despoiled
παθητική μετοχή
despoiled
Παραδείγματα
The invading army despoiled the village of all its treasures.
Ο εισβολικός στρατός λεηλάτησε το χωριό από όλους τους θησαυρούς του.
02
λεηλατώ, καταστρέφω
to destroy or severely damage something
Παραδείγματα
The hurricane despoiled the coastline, leaving homes in ruins.
Ο τυφώνας κατέστρεψε την ακτογραμμή, αφήνοντας τα σπίτια σε ερείπια.
Λεξικό Δέντρο
despoilment
despoil
spoil



























