Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to despond
01
αποθαρρύνομαι, απελπίζομαι
to feel extremely discouraged, disheartened, or in low spirits
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
despond
γ΄ ενικό πρόσωπο
desponds
ενεστώτα μετοχή
desponding
απλός αόριστος
desponded
παθητική μετοχή
desponded
Παραδείγματα
If the circumstances worsen, they will likely despond even more.
Εάν οι συνθήκες επιδεινωθούν, είναι πιθανό να αποκαρδιωθούν ακόμη περισσότερο.
Λεξικό Δέντρο
despondence
despondent
despond



























