Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to despond
01
αποθαρρύνομαι, απελπίζομαι
to feel extremely discouraged, disheartened, or in low spirits
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
despond
γ΄ ενικό πρόσωπο
desponds
ενεστώτα μετοχή
desponding
απλός αόριστος
desponded
παθητική μετοχή
desponded
Παραδείγματα
He desponded for weeks after the business failure but eventually found the strength to start anew.
Απελπίστηκε για εβδομάδες μετά την αποτυχία της επιχείρησης αλλά τελικά βρήκε τη δύναμη να ξεκινήσει ξανά.
Λεξικό Δέντρο
despondence
despondent
despond



























