Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
despitefully
01
κακόβουλα, με επιβλαβή πρόθεση
with harmful or hurtful intent
Παραδείγματα
The letter was written despitefully, filled with harsh accusations.
Το γράμμα γράφτηκε κακεντρεχώς, γεμάτο με σκληρές κατηγορίες.
Λεξικό Δέντρο
despitefully
despiteful
despite



























