hatefully
hate
ˈheɪt
heit
fu
lly
li
li
harmfully

Ορισμός και σημασία του "hatefully"στα αγγλικά

01

μισητικά, με μίσος

with strong feelings of resentment or anger 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She looked hatefully at the person who betrayed her trust. 

Κοίταξε με μίσος το άτομο που πρόδωσε την εμπιστοσύνη της.

Λεξικό Δέντρο

hatefully
hateful
hate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store