Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hateration
01
αδικαιολόγητη εχθρότητα, αβάσιμη αντιπάθεια
(African American) hostility, dislike, or animosity directed toward someone, often without good reason
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She faced hateration just for speaking her mind.
Αντιμετώπισε hateration μόνο επειδή εξέφρασε τη γνώμη της.



























