Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to derive
01
αποκομίζω, αποκτώ
to get something from a specific source
Transitive: to derive sth from a source
Παραδείγματα
Teachers aim to help students derive meaning and understanding from complex literary texts.
Οι δάσκαλοι στοχεύουν να βοηθήσουν τους μαθητές να αποκομίσουν νόημα και κατανόηση από πολύπλοκα λογοτεχνικά κείμενα.
02
συμπεραίνω, καθιερώνω
to figure out or establish something through logical analysis or reasoning
Transitive: to derive a conclusion
Παραδείγματα
Detectives derive conclusions about criminal cases through evidence analysis and deductive reasoning.
Οι ντετέκτιβ καταλήγουν σε συμπεράσματα για ποινικές υποθέσεις μέσω ανάλυσης αποδεικτικών στοιχείων και παραγωγικής συλλογιστικής.
Παραδείγματα
The company's logo design derives from the founder's vision of strength, unity, and progress.
Ο σχεδιασμός του λογότυπου της εταιρείας προέρχεται από το όραμα του ιδρυτή για δύναμη, ενότητα και πρόοδο.
Λεξικό Δέντρο
derivable
derivative
derivative
derive



























