Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to derive
01
συμπεραίνω, καθιερώνω
to figure out or establish something through logical analysis or reasoning
Transitive: to derive a conclusion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
derive
γ΄ ενικό πρόσωπο
derives
ενεστώτα μετοχή
deriving
απλός αόριστος
derived
παθητική μετοχή
derived
Παραδείγματα
Scientists derive the laws of physics through rigorous experimentation and mathematical analysis.
Οι επιστήμονες συμπεραίνουν τους νόμους της φυσικής μέσω αυστηρής πειραματικής μεθόδου και μαθηματικής ανάλυσης.
02
αποκομίζω, αποκτώ
to get something from a specific source
Transitive: to derive sth from a source
Παραδείγματα
She was able to derive valuable insights from her research on sustainable energy.
Κατάφερε να αποκομίσει πολύτιμες πληροφορίες από την έρευνά της για τη βιώσιμη ενέργεια.
Παραδείγματα
The novel's themes of love and betrayal derive from the author's personal experiences and observations.
Τα θέματα αγάπης και προδοσίας του μυθιστορήματος προέρχονται από τις προσωπικές εμπειρίες και παρατηρήσεις του συγγραφέα.
Λεξικό Δέντρο
derivable
derivative
derivative
derive



























