Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dermatology
01
δερματολογία
the scientific study of the skin, its structure, diseases, and functions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dermatologic
dermatologist
dermatology
dermato



























