demanding
de
di
man
ˈmɑ:n
maan
ding
dɪng
ding
defending

Ορισμός και σημασία του "demanding"στα αγγλικά

01

απαιτητικός, επίπονος

(of a task) needing great effort, skill, etc. 
demanding definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most demanding
συγκριτικός βαθμός
more demanding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His job as a project manager is demanding, requiring him to juggle multiple tasks and deadlines. 

Η δουλειά του ως διαχειριστή έργου είναι απαιτητική, απαιτώντας από αυτόν να ισορροπήσει πολλαπλές εργασίες και προθεσμίες.

Λεξικό Δέντρο

demandingly
undemanding
demanding
demand
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store