Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
demanding
01
απαιτητικός, επίπονος
(of a task) needing great effort, skill, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most demanding
συγκριτικός βαθμός
more demanding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His demanding schedule made it difficult to find time for rest.
Το απαιτητικό πρόγραμμά του έκανε δύσκολο να βρεθεί χρόνος για ξεκούραση.
Λεξικό Δέντρο
demandingly
undemanding
demanding
demand



























