Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
demanding
01
απαιτητικός, επίπονος
(of a task) needing great effort, skill, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most demanding
συγκριτικός βαθμός
more demanding
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
tasks, work, effort
Παραδείγματα
His job as a project manager is demanding, requiring him to juggle multiple tasks and deadlines.
Η δουλειά του ως διαχειριστή έργου είναι απαιτητική, απαιτώντας από αυτόν να ισορροπήσει πολλαπλές εργασίες και προθεσμίες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
demandingly
undemanding
demanding
demand



























