debatable
de
di
ba
ˈbeɪ
bei
table
təbl
tēbl
relatableinflatable

Ορισμός και σημασία του "debatable"στα αγγλικά

01

διαφιλονικούμενος, αμφισβητήσιμος

(of a subject of discussion) unclear or uncertain, therefore can be further discussed or disagreed with 
debatable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most debatable
συγκριτικός βαθμός
more debatable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The impact of the new policy is debatable among experts. 

Η επίδραση της νέας πολιτικής είναι αμφιλεγόμενη μεταξύ των ειδικών.

02

διαμφισβητήσιμος, αμφιλεγόμενος

subject to argument or disagreement 
Παραδείγματα
The decision to cut funding for the arts is highly debatable, with strong opinions on both sides. 

Η απόφαση να μειωθεί η χρηματοδότηση για τις τέχνες είναι ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη, με ισχυρές απόψεις και από τις δύο πλευρές.

03

αμφισβητούμενος, διαφιλονικούμενος

referring to land or territory that is claimed by more than one country 
Παραδείγματα
The region remained a debatable area, with both nations arguing over who had the rightful claim. 

Η περιοχή παρέμεινε μια αμφισβητούμενη περιοχή, με τα δύο έθνη να διαφωνούν για το ποιος είχε το νόμιμο δικαίωμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store